διάρρηξη

διάρρηξη
[-ις (-εως)] η
1) разламывание; проламывание; выламывание; 2) взлом; ограбление со взломом; 3) воен. прорыв; 4) перен. разрыв, расторжение; аннулирование

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "διάρρηξη" в других словарях:

  • διάρρηξη — η η βίαιη παραβίαση κλειστών χώρων για κλοπή: Άκουσα στις ειδήσεις για τη διάρρηξη της τράπεζας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διάρρηξη — Με την κυριολεκτική σημασία ο όρος σημαίνει σπάσιμο. Με τη μεταφορική του σημασία σημαίνει διακοπή, ακύρωση. (Νομ.) Η κατάργηση μιας δικαιοπραξίας ή μιας σχέσης. Για τον σκοπό αυτό χρειάζεται να συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, καθώς και η… …   Dictionary of Greek

  • διαρρήξῃ — διαρρήξηι , διάρρηξις fem dat sg (epic) διαρρήγνυμι break through aor subj mid 2nd sg διαρρήγνυμι break through aor subj act 3rd sg διαρρήγνυμι break through fut ind mid 2nd sg διαρρήσσω aor subj mid 2nd sg διαρρήσσω aor subj act 3rd sg διαρρήσσω …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρήγμα — Διάρρηξη ενός στρώματος του φλοιού της Γης, λιγότερο ή περισσότερο βαθιά, κατά μήκος της οποίας τα αποχωριζόμενα τεμάχια υφίστανται σχεδόν πάντα μετακίνηση, που ποικίλλει από λίγα εκατοστά έως χιλιάδες μέτρα. Τα Ρ., που γενικά έχουν τεκτονική… …   Dictionary of Greek

  • διαρρήξηι — διάρρηξις fem dat sg (epic) διαρρήξῃ , διαρρήγνυμι break through aor subj mid 2nd sg διαρρήξῃ , διαρρήγνυμι break through aor subj act 3rd sg διαρρήξῃ , διαρρήγνυμι break through fut ind mid 2nd sg διαρρήξῃ , διαρρήσσω aor subj mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδολίευση δανειστών — Όρος του αστικού δικαίου που χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό πράξης του οφειλέτη, η οποία αποσκοπεί να ματαιώσει την ικανοποίηση των δανειστών του· ειδικότερα ως κ.δ. αναφέρεται η απαλλοτρίωση, δηλαδή η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων… …   Dictionary of Greek

  • ρηκτικός — ή, ό / ῥηκτικός, ή, όν, ΝΑ [ῥήκτης] νεοελλ. φρ. «ρηκτική οβίδα» ή «ρηκτικό βλήμα» βλήμα που προορίζεται για τη διάτρηση πολύ ανθεκτικών στόχων, αλλ. ρήκτης αρχ. 1. ο κατάλληλος ή ικανός για διάρρηξη 2. αυτός που προκαλεί ή επιφέρει διάρρηξη… …   Dictionary of Greek

  • σεισμός — Κατάσταση σφοδρής και ταχύτατης δόνησης μεγάλων ή μικρών τμημάτων του φλοιού της Γης, που προέρχεται από ενδογενή αίτια. Όταν σε μια ζώνη του εσωτερικού της Γης συμβεί μια απρόβλεπτη διατάραξη της ισοστατικής ισορροπίας των μαζών, με σύγχρονη… …   Dictionary of Greek

  • τεκτονικός — ή, ό / τεκτονικός, ή, όν, ΝΜΑ [τέκτων, ονος] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε τέκτονα, σε ξυλουργό νεοελλ. 1. γεωλ. αυτός που αναφέρεται στη δομή και στις διατάξεις τών πετρωμάτων τού στερεού φλοιού τής γης (α. «τεκτονικός ιστός» β. «τεκτονικός… …   Dictionary of Greek

  • Πελοπόννησος — I Ιστορική και γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας, η νοτιότερη και μεγαλύτερη χερσόνησος της χώρας και η νοτιότερη της Ευρώπης. Εκτείνεται μεταξύ των παραλλήλων 38° 20’ (ακρωτήριο Δρέπανο) και 36° 23’ (ακρωτήριο Ταίναρο) και των μεσημβρινών 210° 10’… …   Dictionary of Greek

  • άνοιγμα — το (Α ἄνοιγμα) η πράξη του να ανοίγει κανείς κάτι νεοελλ. 1. μέρος από όπου υπάρχει πέρασμα, η δίοδος, η είσοδος 2. (για ρούχα) το μέρος του υφάσματος που δεν είναι ραμμένο, που παραμένει ελεύθερο 3. το μέρος του δάσους που δεν έχει δέντρα,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»